Joomla project supported by everest poker review.

The “sacred” and the “secular”. Their distinction on the performative processes and dance practices in the community of Krania, Karditsa.

Το «ιερό» και το «κοσμικό». Η διάκρισή τους στις επιτελεστικές διαδικασίες και χορευτικές πρακτικές στην κοινότητα της Κρανιάς Καρδίτσας.

Konstantinos Dimopoulos

Vasiliki Tyrovola

Maria Koutsouba

Χρησιμοποιώντας τα λόγια του Geertz (2003:384), «η εθιμοτυπία είναι ένα είδους χορού, ο χορός είναι ένα είδος τελετουργίας και η λατρεία ένα είδος εθιμοτυπίας». Έτσι λοιπόν ο χορός είναι συνυφασμένος και περιλαμβάνει την έννοια της τελετουργίας. Η τελετουργία που ενέχει μέσα της τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των τοπικών κοινωνιών αναπαράγεται και συνεχίζεται μέσα από τα δρώμενα. Το δρώμενο όμως έχει διττή σημασία: την κοινωνιολογική και τη λατρευτική. Όπως επισημαίνει ο Ράπτης (2010:206), η κοινωνιολογική αποϊεροποιεί και εκκοσμικεύει τα πράγματα και καταλήγει σε μια απλή ή σύνθετη θεατρική πράξη με τελετουργική και ημερολογιακή δέσμευση, ενώ η λατρευτική επιμένει σε μια Ιερή τελετουργία. Έτσι λοιπόν, με αυτή τη λογική, οι χοροί που εντάσσονται μέσα σε αυτά τα πλαίσια μπορούν να ταξινομηθούν σε χορούς «ιερούς» και «κοσμικούς».

Μια τοπική κοινωνία που εμφανίζει τέτοιους χορούς είναι η Κρανέα (Κρανιά) Καρδίτσας. Υπάρχουν δηλαδή χοροί που εντάσσονται στις ποικίλες εθιμικές περιστάσεις, τελούνται ή επιτελούνται για συγκεκριμένους σκοπούς, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες του εορταστικού ημερολογίου και διέπονται από ιερότητα, ενώ παράλληλα, εμφανίζει χορούς, που στοχεύουν μόνο στο ψυχαγωγικό στοιχείο συνιστώντας εκφράσεις της καθημερινότητας των κατοίκων της κοινότητας. Μολονότι, τόσο οι «ιεροί» όσο και οι «κοσμικοί» χοροί αποτελούν κοινωνικές εκδηλώσεις και τρόπους επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων, εντούτοις, διαφοροποιούνται σε σχέση με το περιεχόμενο και το σκοπό επιτέλεσής τους.

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να αναδείξει τους «ιερούς» και τους «κοσμικούς» χορούς της κοινότητας της Κρανιάς, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο χορεύονται, ανάλογα με την περίσταση. Ειδικότερα, σκοπεύει να αναδείξει τη διαφορετικότητα του «ιερού» από το «κοσμικό» και τον τρόπο που αυτό αποτυπώνεται στις χορευτικές επιτελέσεις, όπου οι χοροί, εξαιτίας της διαφορετικότητας τους και της πρόθεσης που εμπερικλείουν συνιστούν διαφορετικά πεδία διαχείρισης της επικοινωνιακής πρακτικής και της κοινωνικοποίησης.

Η συλλογή των δεδομένων έγινε με την εθνογραφική μέθοδο και προέρχεται από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές.

     Οι πρωτογενείς πηγές αφορούν στα δεδομένα που προέρχονται από την επιτόπια έρευνα με τη μορφή της συνέντευξης (ερωτήσεις ανοικτού τύπου για ημι-δομημένη συνέντευξη & ελεύθερη συνέντευξη) και της συμμετοχικής παρατήρησης με παράλληλη μαγνητοφώνηση και βιντεοσκόπηση των κατοίκων (Sklar, 1991; Buckland, 1999; Crang & Cook, 2007; Tyrovola, 2008). Οι δευτερογενείς πηγές αναφέρονται στην ανασκόπηση και χρήση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας και στηρίχθηκε στις αρχές της αρχειακής εθνογραφικής και ιστορικής έρευνας (Γκέφου-Μαδιανού, 1999; Λυδάκη 2001). Μέσα από μια σύντομη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας παρατηρήθηκε ότι στο παρελθόν υπήρξε μια ισχνή διάκριση με έμμεση αναφορά σε «ιερούς» και «κοσμικούς» χορούς, που αφορούσε είτε στη διάκριση χορών που γινόντουσαν στα πλαίσια θρησκευτικών εορτών (γιορτές αγίων) και τελετουργικών χορών (Oikonomou, 2008; Κόγκας, 2004; Τυροβολά, 2007; Douka, Tsimbidas, & Tsiami, 2007; Buckland, 1994; Dunin, 1994; VanZile, 1994), είτε στα πλαίσια της διαμόρφωσης και καθιέρωσης του μουσικοχορευτικού ρεπερτορίου (Θεοχάρης, Κάρδαρης, & Καρφης, 2004), είτε με ενδεχόμενη αναφορά στη λειτουργική δισημία του χορού ανάλογα με τη γεωγραφική θέση (Κάρδαρης, & Θεοχάρης, 2006).

Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιείται το αντιθετικό δίπολο ιερό/κοσμικό, όπως προτείνεται στο θεωρητικό μοντέλο του Leech (1993). Συγκεκριμένα, οι πολιτισμικές δομές είναι στηριγμένες πάνω στη δυαδική κωδικοποίηση, καθώς, σύμφωνα με τον Leech, ένα σημείο ή ένα σύμβολο αποκτά σημασία όταν διακρίνεται από κάποιο άλλο αντίθετο σημείο ή σύμβολο (σελ. 57).

Για την ερμηνεία των δεδομένων υιοθετείται το είδος γραφής και εθνογραφικής ανάλυσης, αυτό της "πυκνής περιγραφής", που εμπεριέχει ταυτόχρονα την περιγραφή και την ερμηνεία των εθνογραφικών δεδομένων, ως ερμηνευτική διαδικασία (Geertz, 2003).

Η Κρανιά (Κρανέα) είναι μια πεδινή κοινότητα της Καρδίτσας. Ανήκε διοικητικά στο δήμο Παμίσου και τώρα ανήκει στο δήμο Μουζακίου. Απέχει 15 χιλιόμετρα από την πόλη της Καρδίτσας. Μαζί με τον οικισμό των Αγίων Αναργύρων φτάνει τους 766 κατοίκους.

Οι κάτοικοι της κοινότητας Κρανιάς χορεύουν σε όλες τις εθιμικές περιστάσεις (πανηγύρια, Πάσχα, Απόκριες, Περίοδος Φώτων). Παρ’ όλα αυτά οι κάτοικοι της Κρανιάς διαχωρίζουν τους χορούς σε «ιερούς» και «κοσμικούς». Ποιοι είναι όμως οι παράγοντες που συντελούν σε αυτή τη διάκριση;

Η διάκριση των χορών προκύπτει από τους εξής παράγοντες:

Α) το είδος των χορών. Οι «κοσμικοί» χοροί αποτελούνται από κοινούς χορούς που χορεύονται σε όλο τον καραγκούνικο θεσσαλικό χώρο και δεν είναι άλλοι από τους συρτούς στα 3, τους 7σημοι συρτούς, τα τσάμικα, τα μπεράτια και τους συγκαθιστούς.

Οι «ιεροί» χοροί, από την άλλη μεριά είναι μοναδικοί και συναντώνται μόνο στην κοινότητα του Κρανιάς και των γύρω κοινοτήτων. Τέτοιοι χοροί π.χ. είναι τα σεργιάνια, η «Ρωϊμάνα», η «Μπιόνα», κ.α.

Β) το χώρο τέλεσής τους. Οι κάτοικοι της Κρανιάς χόρευαν τους «κοσμικούς» χορούς σε πλατείες, καφενεία, αλλά και στα πλαίσια οικογενειακών γλεντιών και γιορτών, στα σπίτια.

   Οι «ιεροί» χοροί δε χορευόντουσαν οπουδήποτε. Είχαν συγκεκριμένο μέρος, το χοροστάσι, που θα ήταν είτε η πλατεία (οι «ιεροί» χοροί δεν τελούνταν στον ίδιο χώρο της πλατείας με τους «κοσμικούς»), είτε το προαύλιο της εκκλησίας, είτε στις γειτονιές (επιλεγμένος χώρος στους μαχαλάδες της κοινότητας).

Γ) το χρόνο τέλεσής τους. Οι «κοσμικοί» χοροί παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια όλου του έτους. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ημερομηνία που θα τελούνταν, εκτός από τα πανηγύρια, όπου οι ημερομηνίες θα ήταν συγκεκριμένες.

   Οι «ιεροί» χοροί, από την άλλη μεριά, τελούνταν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, όπως την Περίοδο των Φώτων, την περίοδο των Αποκριών και κατά τη διάρκεια του Πάσχα (κυρίως πρώτη ως τρίτη μέρα του Πάσχα).

Δ) τον τρόπο τέλεσής τους. Στους «κοσμικούς» χορούς, δεν υπήρχε συγκεκριμένη σειρά ή ιεραρχία. Χόρευαν όλοι, ανεξάρτητα από την ηλικία, την κοινωνική θέση ή την οικογενειακή κατάσταση.

   Στους «ιερούς» χορούς υπήρχε αυστηρή και προκαθορισμένη σειρά των χορευτών. Υπήρχε μια εθιμική συνέχεια, που επέβαλε αυστηρή τήρηση της ιεραρχίας και των τοπικών κοινωνικών κανόνων. Μπροστά χόρευε η γεροντότερη και η πιο σεβάσμια, και που επίσης γνώριζε όλα τα κοινωνικά γίγνεσθαι της κοινότητας (γκισέμι). Ακολουθούσαν οι άλλες ηλικιωμένες, ύστερα οι παντρεμένες, οι αρραβωνιασμένες και τέλος οι υποψήφιες νύφες.

Ε) τη μουσική (α)συνοδεία. Οι «κοσμικοί» χοροί «συνοδεύονταν» από μουσικά όργανα, ενώ στους ιερούς χορούς επικρατούσε η πλήρης απουσία των μουσικών οργάνων.

   Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνεται από το θεωρητικό μοντέλο διπολικού πολιτισμού, καθώς ο Leech υποστηρίζει ότι σε κάποιους πολιτισμούς η ησυχία (εδώ απουσία μουσικών οργάνων) ταυτίζεται με το ιερό, ενώ ο θόρυβος (εδώ παρουσία μουσικών οργάνων) ταυτίζεται με το κοσμικό. Βέβαια όπως και ο ίδιος επισημαίνει αυτό δεν είναι απαραίτητο, καθώς υπάρχουν και «ιεροί» χοροί με συνοδεία μουσικών οργάνων, όπως στην περίπτωση των Αναστεναριών στους πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας, καθώς «…οποιαδήποτε συγκεκριμένη αντίθεση που εμφανίζεται σε ένα εθνογραφικό πλαίσιο αναφοράς ενδέχεται να εμφανιστεί αντεστραμμένη σε κάποιο άλλο…» (Leech, 1993:101)

στ) το φύλο. Είναι γεγονός πως στις περιπτώσεις που παρουσιάζονται «κοσμικοί» χοροί η παρουσία και των δύο φύλων θεωρείται ισότιμη και δεδομένη. Αυτό όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση όπου επιτελούνται «ιεροί» χοροί. Σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται συμμετοχή αποκλειστικά από το γυναικείο φύλο. Οι γυναίκες εμφανίζονται να χορεύουν τους «ιερούς» χορούς, ενώ αντίθετα οι άνδρες απέχουν, και περιορίζονται στο ρόλο του θεατή. Αυτό ίσως να συμβαίνει διότι όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ράπτης (2010:212), «…η γυναίκα κατέχει κεντρική θέση στα ευετηρικά και λατρευτικά δρώμενα, καθώς ασχολείται με θέματα που είχαν να κάνουν με την ίδια τη ζωή, γιατί η ίδια φέρνει στον κόσμο τη ζωή…».

ζ) Την αντίληψη των κατοίκων. Οι κάτοικοι της Κρανιάς θεωρούν τους «ιερούς» χορούς πιο σημαντικούς και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε αυτούς. Θεωρούν δηλαδή ότι οι «ιεροί» χοροί είναι πιο κοντά στην παράδοση απ’ ότι οι «κοσμικοί».

Από την επεξεργασία των δεδομένων διαπιστώνεται ότι στην Κρανιά, οι κάτοικοι συμμετέχουν σε χορευτικές περιστάσεις που υποδηλώνουν τόσο το «ιερό» όσο και το «κοσμικό». Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό συναρτάται σε σχέση με το χώρο τέλεσης, τον τρόπο της επιτελεστικής διαδικασίας, το φύλο, καθώς και την επιλογή των χορών από τους κατοίκους της κοινότητας. Ωστόσο, τα παραπάνω εμφανίζονται διαφοροποιημένα μεταξύ «ιερού» και «κοσμικού», πρακτική που απορρέει από τη διαφορετικότητα των επιτελεστικών προθέσεων και σκοπών.

   Μολονότι στις χορευτικές επιτελέσεις εμφανίζεται τόσο το «ιερό» στοιχείο όσο και το «κοσμικό», εντούτοις, μεταξύ «ιερού» και «κοσμικού», οι κάτοικοι θέτουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές, επιλέγοντας το χορευτικό ρεπερτόριο και το χώρο, το χρόνο τέλεσης, και το φύλο που θα είναι υπεύθυνο ανάλογα με το περιεχόμενο, το σκοπό και τη λειτουργία της χορευτικής δραστηριότητας.

Συμπερασματικά, στις ποικίλες χορευτικές επιτελέσεις στην κοινότητα της Κρανιάς αντανακλώνται τόσο το «ιερό» όσο και το «κοσμικό», τα οποία όμως είναι σαφώς διαχωρισμένα και οριοθετημένα, ανάλογα με τις προθέσεις των κατοίκων της κοινότητας που σχετίζονται με την επιτελούμενη λειτουργία του χορευτικού συμβάντος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Buckland, Τ. (1994). Embodying the Past in the Present: Dance and Ritual. In the proceedings of the 18th Symposium of the Study Group on Ethnochoreology, the International Council for Traditional Music (pp. 51-58). Warsaw.

Buckland, T.(1999). [Re]Constructing Meanings: the Dance Ethnographer as Keeper of the Truth. In Theresa Buckland (Ed.), Dance in the Field. . Theory, Methods and Issues in Dance Ethnography (pp. 196-207).London: Macmillan Press.

Crang, M., & Cook, I. (2007). Doing Ethnographies. London: SagePublications

Douka, S., Tsimbidas, G., & Tsiami, A. (2007). Το έθιμο ο Άγιος Γεώργιος ο Μαντηλάς. In the proceedings of the 21nd Congress on Dance Research. Athens.

Dunin, E. (1994). Continuities and Changes: Interrelationships of Ritual and Social Dance Contexts in Dubrovnik-Area Villages. In the proceedings of the 18th Symposium of the Study Group on Ethnochoreology, the International Council for Traditional Music (pp. 71-78). Warsaw.

Geertz, C. ([1973]2003). Η ερμηνεία των πολιτισμών. (Θ. Παραδέλλης, Μεταφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Γκέφου-Μαδιανού, Δ. (1999). Πολιτισμός και Εθνογραφία. Από τον Εθνογραφικό Ρεαλισμό στην Πολιτισμική Κριτική. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Κάρδαρης, Δ.,& Θεοχάρης, Σ. (2006). Ο χορός τραγούδι «Ποιος είναι άξιος κι αγλήγορος» στα χωριά Καλλιφώνι και Λουτρό του νομού Καρδίτσας. In the proceedings of the 22nd Congress on Dance Research. Athens.

Κόγκας, Γ. (2004). Γιορτές στο κάτω Βέρμιο Ημαθίας. Στο Πρακτικά του 18ου Παγκόσμιου Συνεδρίου για την Έρευνα του Χορού. Άργος.

Λιτς, Ε. (1993). Πολιτισμός και επικοινωνία. Η λογική της διαπλοκής των συμβόλων. Αθήνα: Καστανιώτης.

Λυδάκη, Α. (2001). Ποιοτικές Μέθοδοι της Κοινωνικής Έρευνας. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτης.

Oikonomou, A. (2008). Singing and dancing sociability in the Arvanitikes communities of MountKithairon (Attica, Greece). In the proceedings of the 22nd Congress on Dance Research. Athens.

Ράπτης, Δ. (2010). Η γυναίκα ως βασικό πρόσωπο στα ευετηρικά και λατρευτικά δρώμενα της παραδοσιακής ζωής. Στο Πρακτικά 3ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Γυναίκα και Παράδοση (σελ. 201-215).

Sklar, D. (1991). OnDanceEthnography. CORDDanceResearchJournal, 23/1/ 6-10.

Θεοχάρης, Σ., Κάρδαρης, Δ., & Καρφης, Β. (2004). Προσδιοριστικοί παράγοντες που συντελούν καταλυτικά στη διαμόρφωση και στη καθιέρωση του τοπικού χορευτικού ρεπερτορίου. Στο Πρακτικά του 18ου Παγκόσμιου Συνεδρίου για την Έρευνα του Χορού. Άργος.

Tyrovola, V. (2008). Influence and Cross-Cultural Processes in the Dance Tradition between Greece and the Balkans. The Case of the “Hasapiko” Dance. Studia Choreologica. VolX, pp. 53-95.

Van Zile, J. (1994). From Ritual to Entertainment and Back Again: The Case of Ch’oyongmu, a Korean Dance. In the proceedings of the 18th Symposium of the Study Group on Ethnochoreology, the International Council for Traditional Music (pp. 133-142). Warsaw.

Tuesday the 22nd. Design by JoomlaTemplateMaker.
Copyright 2012

©